Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Νίκος Εγγονόπουλος: «O Eρμής εν αναμονή»

Nίκος Eγγονόπουλος. «O Eρμής εν αναμονή», 1939, λάδι σε μουσαμά. (Iδιωτική συλλογή). Συχνά ο Εγγονόπουλος καλλιεργεί μια συνειδητή παρωδία όταν ζωγραφίζει μυθoλογικές μορφές.

Φαίνεται ότι ο Nίκος Eγγονόπουλος έτρεφε πάντα μια ιδιαίτερη αδυναμία για την πολύπλευρη προσωπικότητα του Θεού Eρμή. O πολυτεχνίτης Θεός που είχε αναλάβει να εποπτεύει προστατευτικά τις πιο αντιφατικές (φαινομενικά) καταστάσεις της ανθρώπινης μοίρας, ταυτίστηκε στη συνείδηση του καλλιτέχνη με το ελληνικό πνεύμα, ή μάλλον με την πολυπραγμοσύνη του ελληνικού modus vivendi. Προστάτης του εμπορίου αλλά και κάθε είδους πανουργίας και απάτης, ονειροπομπός και υπνοδότης, οδηγός των ψυχών στο βασίλειο του Άδη και της Περσεφόνης, φύλακας των απροσανατόλιστων, των περιπλανώμενων και των οδοιπόρων, φρόντιζε με τη βοήθεια των φτερωτών του σανδαλιών, να είναι έγκαιρα παρών στα σημαντικότερα «επεισόδια πλοκής» της ελληνικής μυθολογίας.

Giorgio de Chirico. Έκτωρ και Ανδρομάχη, 1917. Ferrara, Galleria Nazionale d'Arte Moderna, Roma.

O αναμένων Eρμής, ντυμένος με ελαφρύ ιμάτιο μαχητή κρατώντας σπαθί και φορώντας πάντα το καπέλο του, ατενίζει από το παράθυρο ενός αστικού εσωτερικού, ένα γυμνό τοπίο. Tο μόνο στοιχείο το οποίο στην κυριολεξία αποτυπώνεται μέσα στην ερημική αυτή έκταση, είναι ένας σχηματοποιημένος δείκτης –σχήμα ένδειξης στις παλιές κυρίως διαφημίσεις– αρκετά συγγενικός με αυτούς που χρησιμοποιεί ο De Chirico στα Mεταφυσικά του έργα για να συμβολίσει «τα σημεία των νέων πεπρωμένων». Στο εσωτερικό ωστόσο του αστικού σκηνικού –ο χώρος στον Eγγονόπουλο είναι πάντα σκηνικός μια και παραπέμπει σε μια νεοελληνική πραγματικότητα που «φαίνεται» αλλά πιο σπάνια «υπάρχει»– δύο γυναικείες μορφές δείχνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις με τεταμένο τον δείκτη.

H αρχαιοπρεπής ελληνική μορφή, η οποία στη θέση του κεφαλιού έχει μια γλάστρα, δείχνει προς τα δεξιά ενώ η άλλη, ντυμένη με ευρωπαϊκή τουαλέτα και με ένα πιόνι σκακιού στη θέση του κεφαλιού, δείχνει προς την αριστερή κατεύθυνση. Στο πάτωμα, τρία ψάρια και μια παντόφλα συνθέτουν έναν πιθανό υπαινιγμό σε φροϊδικά σύμβολα της γενετήσιας ορμής. Tο ενδιαφέρον της σύνθεσης εντοπίζεται στην εν απορία αναμονή του Eρμή μέσα στο σύμπλεγμα των πολλαπλών (ενάρετων ή ενδεχομένως μοιραίων) κατευθύνσεων. Aν και προστάτης σύμφωνα με τη μυθική παράδοση των οδικών διασταυρώσεων, ο Θεός Eρμής δείχνει μάλλον μπερδεμένος.

Νίκος Εγγονόπουλος. Tου άρεσε να χρησιμοποιεί το «σωκρατικό»: το να είσαι Έλλην δεν είναι ζήτημα καταγωγής αλλά αγωγής.

H υπαινικτική αναφορά του Eγγονόπουλου στο δίλημμα ή μάλλον στο ψευδο-δίλημμα του «σωστού προσανατολισμού» είναι εξάλλου πάντα επίκαιρη. Πλησιάζουμε το 2000 και ο Eρμής βρίσκεται πάντα εν αναμονή...

Νίκος Εγγονόπουλος.  «Oρφέας» 1957. (Συλλογή Πινακοθήκης Pόδου).

Ποιητής και ζωγράφος, ο Νίκος Εγγονόπουλος είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του Σουρεαλισμού ή Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Παρθένη. Υπήρξε, μαζί με τον Τσαρούχη, μαθητής και συνεργάτης του Φώτη Κόντογλου, που τον μύησε στο πνεύμα και την τεχνική της βυζαντινής ζωγραφικής. Ταξίδεψε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Το 1967 διορίστηκε καθηγητής στη έδρα ζωγραφικής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Συμμετείχε ενεργά στα καλλιτεχνικά δρώμενα του τόπου με τις εκθέσεις που διοργάνωσε, τις σκηνογραφικές του δημιουργίες για το θέατρο και τις ρηξικέλευθες ποιητικές του συλλογές (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938, Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939).

O Nίκος Eγγονόπουλος με τον Oδυσσέα Eλύτη και τον Aνδρέα Eμπειρίκο, το Nοέμβριο του 1964, κατά τη συνέντευξη Tύπου με την ευκαιρία της ηχογράφησης σε δίσκους της σειράς «Oι ποιητές διαβάζουν τα έργα τους».

Μαζί με τον φίλο του Ανδρέα Εμπειρίκο, είναι οι κυριότεροι εκπρόσωποι του Υπερρεαλισμού στην ποίηση.

Νίκος Εγγονόπουλος.  «Θησέας και Μινώταυρος», 1950.

Η ελληνική μυθολογία, η Βυζαντινή παράδοση, ξεσηκωμός, οι νησιώτες καπεταναίοι, οι φουστανελοφόροι, οι αρματολοί, οι ευρωπαίοι φιλέλληνες θα πάρουν σάρκα και οστά, σαν χρώματα εικόνες και καταστάσεις σ’ έναν ορμητικό χείμαρρο, ζωγραφικής και ποιητικής δημιουργίας.

Νίκος Εγγονόπουλος.  «Θησέας και Μινώταυρος», 1961.

Κοντά στον Παρθένη μελετά τη φύση, νιώθει τη σημασία του χρώματος και της γραμμής. Τον μύησε στην έννοια των αναζητήσεων του Μανέ, τα επιτεύγματα του Σερά, στις κατακτήσεις του Σεζάν, στον Θεοτοκόπουλο. Παρακολουθώντας την πορεία του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη, πηγαίνοντας σε εκθέσεις υπερρεαλιστών όντας στο Παρίσι γοητεύεται από τον Ντε Κίρικο, μαθαίνει για τον Κλεέ, εκτιμά τον Νταλί.

Τζόρτζιο ντε Κίρικο. «Οι ανησυχητικές μούσες», 1917, 97x 66 εκ. ιδιωτική συλλογή, Μιλάνο, Ιταλία.

Nίκος Eγγονόπουλος. «Δήλος», 1939.

Η ζωγραφική του Εγγονόπουλου μας προτείνει μια ελληνική εκδοχή του μεταφυσικού τοπίου του Ντε Κίρικο ενοικημένο από μυστηριώδη, αλλά αβλαβή φαντάσματα της μεσημβρίας. Ο Εγγονόπουλος υιοθετεί τους κώδικες του Ντε Κίρικο, αλλά και τους εξελληνίζει, επιλέγοντας στοιχεία από την Ελληνική ιστορία: σπασμένα μάρμαρα, αγάλματα, αλλά και μορφές που θυμίζουν αγωνιστές του ‘21. Η συνύπαρξη όλων αυτών των στοιχείων δημιουργεί περίεργα συναισθήματα και αυτό ακριβώς επιδιώκει ένας υπερρεαλιστής καλλιτέχνης. 

Προσωπογραφία του Nίκου Eγγονόπουλου «διά χειρός Φωτίου Kόντογλου», 1934. Aυγοτέμπερα, 25,5X19,5 εκ. (Συλλογή Pάλλη Kοψίδη).

Ο τρόπος που ζωγραφίζει τις μορφές του, αλλά και τα χρώματα που χρησιμοποιεί θυμίζουν τη μαθητεία του πλάι στον Κόντογλου και τη γνώση της βυζαντινής μορφολογίας της τεχνικής.

Νίκος Εγγονόπουλος. «Θέτις και Πηλεύς», 1976.

Το ονειρικό, το παράλογο, το αυτόματο (τυχαία και άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα όπως και η αυτόματη γραφή στην ποίηση) είναι βασικά στοιχεία του έργου του. Συναντάμε πρόσωπα απροσδιόριστα, χωρίς χαρακτηριστικά που κινούνται σε χώρους γνώριμους αλλά όχι συγκεκριμένους, πραγματικούς όμως, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τους μεταφυσικούς, «τεχνητούς» χώρους των ευρωπαίων σουρεαλιστών. Οι μορφές του μοιάζουν να παίρνουν μέρος σε μια θεατρική παράσταση ονειρική κινούνται άλλοτε με αργή επισημότητα, άλλοτε με ηρωική ορμή, η κινούν άγαρμπα τα υπερτροφικά τους πόδια και τα ανάλαφρα σαν φτερά χέρια τους.

Νίκος Εγγονόπουλος. «Oρφεύς και Eυριδίκη», αχρονολόγητο. Λάδι σε μουσαμά, 93X73 εκ.

Συχνά εμφανίζονται σαν μια εντελώς αλλοπρόσαλλη συνάθροιση όντων και πραγμάτων από διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς χώρους σ’ ένα αλλόκοτο συνταίριασμα που μόνο στο χώρο των πιο παράλογων ονείρων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί.

Νίκος Εγγονόπουλος. «Η επιστροφή του Οδυσσέα», 1970.

Φανταχτερά γυναικεία κοστούμια, φουστανέλες, χλαμύδες κι άλλα ελληνικά στοιχεία ανδρικά και γυναικεία γυμνά σώματα με έντονα τα χαρακτηριστικά του φύλου τους, οι γυναικείες παρουσίες πολύμορφες, αινιγματικές και βαθιά αισθησιακές, κινούνται με άνεση και ζουν διάφορες καταστάσεις ανάμεσα σε αρχαία ερείπια, νεοκλασικά σπίτια, νησιώτικα μπαλκόνια, απροσδιόριστους χώρους, παρμένους από την ελληνική ιστορία και φύση.

Νίκος Εγγονόπουλος. «Ομηρικό με τον ήρωα», 1938.

Κι όλα αυτά συμβαίνουν με μια παράλογη φυσικότητα και εξοικείωση. Κι ο παραλογισμός εξακολουθεί. Σώματα έχουν για κεφάλι μια αιολική άρπα, λουλούδια, κλουβί, πάπυρο. Άλλοτε βλέπουμε αντικείμενα με συμβολική ή καμία σημασία και άσχετα με τα πρόσωπα ή όσα διαδραματίζονται. Υπάρχει ένα αστέρι κάτω, ένας μύλος του καφέ, γεωμετρικά σχήματα, ναζιστικά κράνη, ρολόγια. Όλα αυτά, εκτός απ’ το ότι συμβάλλουν στη σύνθεση και τη χρωματική ισορροπία τονίζουν και τον παραλογισμό της ζωής, αλλά και του θανάτου που συμβαίνει παρά τη θέληση και τα όνειρα του ανθρώπου, παράκαιρα συχνά και αδικαιολόγητα.

Nίκος Eγγονόπουλος. «Iάσων και Mήδεια» 1970, Λάδι σε μoυσαμά, 55X46 εκ. (Iδιωτική συλλoγή).

Ο έμφυτος και όχι τεχνητός υπερρεαλισμός του Εγγονόπουλου δημιουργεί έναν ελληνικό υπερρεαλισμό, δίνοντας στο διεθνή περισσότερα λογικά και ανθρώπινα στοιχεία, με πρόσωπα από την ελληνική μυθολογία και ιστορία με χρώματα όπως αυτά κάτω απ’ τον ελληνικό ουρανό, συμμετρία και ζύγισμα, παλμό και ορμητική κίνηση στις συνθέσεις του. Φανερή είναι η αποθέωση του ανθρώπινου σώματος, αφού δεν υπάρχουν καν τα πρόσωπα τους. Γυναικεία στήθη γεμάτα ερωτισμό, γυμνασμένα ανθρώπινα σώματα σε πρώτο πλάνο. Όλα τα άλλα στοιχεία έρχονται σε 2η μοίρα, είναι φόντο ή γεμίζουν γωνίες. Άλλο ελληνικό στοιχείο είναι η έλλειψη αχανών χώρων και υπερφυσικών τοπίων, που εκμηδενίζουν με την κλίμακα τους τον άνθρωπο. Όλα, όπως στην ελληνική φύση, είναι ντεκόρ που πλαισιώνει τον άνθρωπο. Στο διεθνή σουρεαλισμό ο χώρος, αχανής και ψευδαισθησιακός είναι περισσότερο σημαντικός από την ίδια την ανθρώπινη μορφή.

Nίκος Eγγονόπουλος. «Στιγμές του Oρφέα», αχρονολόγητο. Aκουαρέλα, 24X18 εκ. (Iδιωτική συλλογή).

Ο καλλιτέχνης υπήρξε πάντα ανατρεπτικός και αντικομφορμιστικός. Το έργο του κρίθηκε και κατακρίθηκε από κοινό και κριτικούς που δεν γνώριζαν τον υπερρεαλισμό και δεν ήταν έτοιμοι να τον δεχτούν. Πικράθηκε αλλά δεν υποχώρησε ποτέ. Τελικά αναγνωρίστηκε, αφού πάνω απ’ όλα υπήρξε αυθεντικός.

Βιβλιογραφία:

Ν.Εγγονόπουλος. Εκατό χρόνια από τη γέννηση του. «Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος?»/Εθνικό κέντρο βιβλίου/ Υπουργείο πολιτισμού, 2007.

Ξενάγηση στην Εθνική Πινακοθήκη με τη διευθύντρια Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα-Ελληνική ζωγραφική του 20ου αιώνα. Από τον Παρθένη στο Μόραλη/ Εκδόσεις Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου.

Έλληνες ζωγράφοι, τόμοι1,2/ Εκδόσεις Μέλισσα.

Λεξικό εικαστικών τεχνών. Χέρμπερτ Ρηντ/ Εκδόσεις Υποδομή.

Διδασκαλία «Διδακτικής της Τέχνης» από τον καθηγητή της Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών Α. Ιωαννίδη.

Διδασκαλία «Διδακτικής της Τέχνης» από την καθηγήτρια της Α.Σ.Κ.Τ. Αθηνών Φλώρου.

Άρθρο της Nίκης Λoϊzίδη, καθηγήτριας Iστορίας της Tέχνης AΠΘ, στο αφιέρωμα της εφημερίδας Καθημερινή για τον Νίκο Εγγονόπουλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου